ευθυδικόφρων


ευθυδικόφρων
εὐθυδικόφρων, -ον (Μ)
αυτός που κρίνει με ευθύτητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευθύδικος + -φρων < θ. φρέν- τού φρην, φρενός (πρβλ. ά-φρων, εχέ-φρων)].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.